χελώνια

χελώνια
τα
1) мед. золотуха; 2) зоол, черепахи

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "χελώνια" в других словарях:

  • χελωνία — (I) η, Ν ζωολ. γένος θαλάσσιων χελωνών, που απαντούν και στις ελληνικές θάλασσες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. νεολατ. chelonia (< χελώνη)]. (II) ἡ, Α [χελώνη] είδος πολύτιμου λίθου, αλλ. χελωνῑτις* …   Dictionary of Greek

  • χελώνια — τα, Ν ζωολ. τάξη ερπετών με 250 περίπου σύγχρονα είδη, κν. γνωστά ως χελώνες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. νεολατ. chelonia < χελώνη + κατάλ. ία] …   Dictionary of Greek

  • χελώνια — τα διόγκωση αδένα από χοιράδωση, χοιράδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χελώνια — χελώνιον tortoise shell neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χελώνες — (χελώνια). Τάξη ερπετών των μεσοτροπικών κυρίως περιοχών. Ολόκληρο το σώμα τους καλύπτεται από το όστρακο, έναν άκαμπτο θώρακα, που αποτελείται από πολυγωνικές οστέινες πλάκες σκεπασμένες με κεράτινες φολίδες, από το οποίο βγαίνουν μόνο το κεφάλι …   Dictionary of Greek

  • ερπετά — (reptila). Μεγάλη ομοταξία σπονδυλοζώων που έχουν κοινούς σημαντικούς ανατομικούς χαρακτήρες, αλλά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία ως προς τη μορφή, τις διαστάσεις και το περιβάλλον διαβίωσης (ε. αποκλειστικά χερσαία ή τυπικά υδρόβια ή αμφίβια).… …   Dictionary of Greek

  • χελώνιο — το / χελώνιον, ΝΜΑ [χελώνη] το όστρακο, το προστατευτικό κάλυμμα τής χελώνας νεοελλ. ζωολ. καθένα από τα μέλη τής τάξης χελώνια αρχ. 1. το όστρακο τού κάβουρα 2. το κυρτό μέρος τής ράχης («νῶτα τοίνυν ὑπ αὐχένι κείμενα τὸ μὲν ἔγκυρτον, χελώνιον… …   Dictionary of Greek

  • πλευρόδειρα — τα, Ν ζωολ. χελώνια ερπετά τών οποίων ο λαιμός αναδιπλώνεται πλαγίως κάτω από το χέλυο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pleurodira (< πλευρά + δέρη / δειρή «λαιμός, τράχηλος»)] …   Dictionary of Greek

  • χελωνίτις — ίτιδος, ἡ, και πιθ. τ. χελωνίτης, ὁ, Α η χελωνία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < χελώνη + κατάλ. ίτης* / ῖτις (πρβλ. ὀνυχ ίτης / ῖτις)] …   Dictionary of Greek

  • χελωνιάρης — α, ικο, Ν 1. αυτός που έχει χελώνια, που πάσχει από χοιράδωση 2. το αρσ. ως ουσ. ο χελωνιάρης ζωολ. κοινή ονομασία είδους αετού. [ΕΤΥΜΟΛ. < χελώνι + κατάλ. ιάρης (πρβλ. ψωρ ιάρης) …   Dictionary of Greek

  • χελωνιίδες — οι, Ν ζωολ. οικογένεια θαλάσσιων χελωνών. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. νεολατ. cheloniidae (< χελωνία)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»